επαρχιακό μοναστήρι

επαρχιακό μοναστήρι
επαρχιακό μοναστήρι το
епархиальный монастырь, принадлежащий епископу, а не патриарху (не ставропигиальный монастырь)

Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко). 2013.

Смотреть что такое "επαρχιακό μοναστήρι" в других словарях:

  • Αυστρία — I (Αστρον.). Αστεροειδής που επισημάνθηκε στις 18 Μαρτίου 1874. Το αστρικό φωτογραφικό του μέγεθος στη μέση αντίθεσή του είναι 13,1 και σε απόσταση μιας αστρονομικής μονάδας από τη Γη και 10,8 από τον Ήλιο. II Κράτος της κεντρικής… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»